18 Ιούν 2024

Τί μάγεψε τον Γουστάβο Κλάους; Τα γλυκά μάτια της Δάφνης ή η Μαυροδάφνη του Ερνέστο Τουλ;

Νίκος Πετρακόπουλος

Διαβάζοντας το βιβλίο Golden Thread της Vivian Iris Rossen (Saunders) έπεσα πάνω σε στοι- χεία που φωτίζουν το μέγεθος της επιρροής που είχε η Κεφαλονιά στην πατρινή Οινοποιία, μέσα από τη σχέση του Ερνέστο Αύγουστου Τουλ με τον Γουστάβο Κλάους.

H συγγραφέας, δισέγγονη του Ερνέστο Τουλ,1 περιγράφει σε αυτό με πολύ ζωηρά χρώματα αναμνήσεις από τη ζωή της οικογένειας της μητέρας της στην Κεφαλονιά και την κοινωνική ζωή στο Αργοστόλι, στα τέλη του 1800 με αρχές του 1900. Στο βιβλίο περιγράφονται πολλά ανέκδοτα ή λιγότερο γνωστά στοιχεία για τον προπάππου της, Ερνέστο Τουλ. Εκτός από μια «οικογενειακή» οπτική ματιά της περιπετειώδους ζωής του, μας παρουσιάζει ενδιαφέροντα στοιχεία για την πολύ επιτυχημένη οινοβιομηχανία του, τον Mέγα Oίκο Oινοποιίας και Kονια- κοποιίας, αλλά και την επιρροή που είχε στον Γουστάβο Κλάους για το στήσιμο και τη δημιουργία της Αχάια Clauss στην Πάτρα, και το πέρασμα της οινοποίησης της Μαυροδάφνης από την Κεφαλονιά στην Πάτρα2 με μεγάλες συνέπειες για τη Μαυροδάφνη.

O Ερνέστο Αύγουστος Τουλ

O Ερνέστος Αύγουστος Τουλ (1818-1916) ήταν το μικρότερο από τα 6 παιδιά του John Tool, Ιρλανδού αξιωματικού που ήρθε με τον Αγγλικό στρατό στη Ζάκυνθο το 1809. Αγγλοποίησε το όνομά του από O’ Tool σε Tool.

Η οικογένεια Τουλ μπροστά από τις εγκαταστάσεις της Οινοποιίας (εικόνα από τον ιστότοπο kefaloniapress.gr)

1 Ανιψιά της Κάτε Τουλ, της ευεργέτιδος του Ορφανοτροφείου Αργοστολίου.

2 Εκείνη την περίοδο, η συμβολή ενός Ιρλανδο-Κεφαλονίτη, του William Morfy (αδελφού της Ελισάβετ Μελισσηνού-Μόρφυ και θείου της Αγνής Μεταξά), ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη του λιμανιού της Πάτρας αλλά και για τη σιδηροδρομική σύνδεση Πάτρας-Πύργου.

3 Στην οικογένεια είχε μείνει ενθύμιο μια μπούκλα του Μπάιρον που είχε αφήσει ο ίδιος στην προγιαγιά της συγγραφέως.

 

Αρχικά τοποθετήθηκε υπό τον τότε captain Νάπιερ σαν Master of Harbour and Quarantines (υπεύθυνος του λιμανιού και της καραντίνας). Εξελίχθηκε γρήγορα (1813) σε Στρατιωτικό Υποδιοικητή των Ιονίων Νήσων(Deputy Assistant Commisioner General). Με αυτή τηνιδιότητα οργάνωσε τη μεταφορά του Λόρδου Μπάιρονκαι των Σουλιωτώνστο Μεσολόγγι. Παντρεύτηκε το 1811 τη Ζακυνθινή κοντέσα Barbara Querini Stampalia.3 Πέθανε νέος από πανώλη σε ηλικία 37 ετών όταν ο Ερνέστος Αύγουστος ήταν 5 ετών.

O Eρνέστο ήταν ο χαϊδεμένος της μητέρας του Barbara, η οποία συγχωρούσε τις αδυναμίες του. Έπινε, δημιουργούσε χρέη από τη χαρτοπαιξία και τα εξοφλούσε παίρνοντας χρήματα από το ταμείο της Ιονικής τράπεζας στην οποία δούλευε ως ταμίας. Αφού ο αδελφός του κάλυψε το χρέος του, τον έστειλαν με το καράβι στην Αμερική για να ξεχαστεί η ιστορία. Γύρισε με τα ίδια μυαλά, οπότε τον έστειλαν ξανά πίσω με εντολή να μην ξαναγυρίσει, πράγμα που δεν έγινε. Ξαναγύρισε και ερωτεύτηκε σφόδρα την χαρισματική αλλά από χωριό και χωρίς καμία μόρφωση προστατευόμενη βοηθό της μητέρας του. Αυτό σόκαρε τους πάντες στην οικογένεια, πόσο μάλλον η ανακοίνωσή του ότι σκόπευαν να παντρευτούν. Πράγμα που έγινε, με αποτέλεσμα την πλήρη διακοπή των σχέσεων με την οικογένειά του. Η Μαριέττα (22 ετών) τον παντρεύτηκε το 1856 αφού της ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναπαίξει τζόγο.

Με τη θετική επιρροή της, ο Ερνέστος Αύγουστος σε ηλικία περίπου 38 ετών έγινε αμέσως ένας πολύ επιτυχημένος εξαγωγέας σε κάθε είδος εμπορίου και ιδιαίτερα της σταφίδας. Σύντομα ήταν από τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες στα Ιόνια νησιά. Το 1873 αγόρασε την επιχείρηση Οινουργική Εταιρεία Κεφαλληνίας.

Οινουργική Eταιρεία Κεφαλληνίας, η πρώτη σύγχρονη οινοποιία

Η Οινουργική Εταιρεία Κεφαλληνίας ιδρύθηκε το 1850 (Δεμπόνος, σ. 65) από Κεφαλονίτες, με πρώτο διευθυντή τον Δρα Νικ. Πινιατώρο. Θα πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτούς και στην Κεφαλονιά ότι είναι η πρώτη σύγχρονη οινοποιία. Αντιμετώπισε με ιδιαίτερη σοβαρότητα την παραγωγή κρασιών. Για τον σκοπό αυτό έφερε τον διάσημο Γάλλο οινολόγο Galot για να τους οργανώσει. Όλος ο οινουργικός εξοπλισμός εισήχθη από Γαλλία (δύο βουτσιά οίνου, ένα οινοπνεύματος και 4 βυτία αρωμάτων (Δεμπόνος, σ. 65 ). Κατά τον Lambert-Gocs Miles (σ. 218)

 

Οι εκτεταμένες εγκαταστάσεις της Οινοποιίας Τουλ

(εικόνα από τον ιστότοπο kefaloniapress.gr)

 

ήταν οι πρώτοι που έκανανεμφιάλωση. Οι εγκαταστάσεις αρχικά ήταν στην οικία Σκιαδά στη συνοικία των Αρχαγγέλων στο Αργοστόλι και μετά στις Βινάριες στον δρόμο προς το Φανάρι των Αγίων Θεοδώρων. Η εταιρεία πάνω στο ξεκίνημα αντιμετώπισε τις εμπορικές δυσκολίες της ενσωμάτωσης της Κεφαλονιάς στο Ελληνικό κράτος (1864), κυρίως λόγω των αυξημένων εσωτερικών δασμών στη διακίνηση των κρασιών (διπλή φορολογία, Αγγλική και Ελληνική) (Δεμπόνος, σ. 65).

Ο Μέγας Οίκος Οινοποιίας και Κονιακοποιίας Ε.Α. Τουλ

Ο Τουλ μετονόμασε την Εταιρεία σε Μέγα Οίκο Οινοποιίας και Κονιακοποιίας Ε.Α. Τουλ, ως συνέχεια της Οινουργικής. Σε κάποια γαλλικά επιστολικά δελτάρια αναφέρεταιηοινοβιομηχανία ως Vinaria E.A. Τουλ καιστην Κεφαλονιά ως Βινάριες Τουλ (Μπακουνάκης, σ. 81). Γράφει η Vivian Iris Rossen (σ. 44): Το 1872 ο Έρνεσταπέκτησετιςεγκαταστά- σεις των Βιναρίων. […] Η επιχείρηση του κρασιού κατέληξε να είναι το πιο επιτυχημένο του ρίσκο. Έχτισε την επιχείρησή του

Διαφημιστικό της Οινοποιίας Τουλ. Διακρίνονται τα μετάλλια από τις ελληνικές και διεθνείς βραβεύσεις. Η Μαυροδάφνη αναφέρεται με την πρώτη αυθεντική ονομασία της, ‘‘Μαυροδάφνη’’, διακρίνοντας την ξηρή (Dry) οινοποίησή της από τη γλυκιά. (πηγή εικόνας: kefaloniapress.gr)

 

με χαρακτηριστικό ζήλο και ενέργεια, παρόλο που ακόμα συνέχιζε την επιχείρηση της σταφίδας. Τα κρασιά Toole, φτιαγμένα από εγχώρια σταφύλια Ρομπόλας της Κεφαλονιάς, έγιναν διάσημα στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Ειδικοί κρασιού από τη Ρηνανία της Γερμανίας ήρθαν στο Αργοστόλι να δουν τις Βινάριες καιναμελετήσουντιςμεθόδουςτουκυρίου Τoole. […] O Ernest Augustusέγινε Υποπρόξενος της Γερμανίας στο Αργοστόλι. […] Στονησίτης Κεφαλονιάς, η καλλιέργεια σταφυλιών αυξήθηκε πάρα πολύ επειδή ο Έρνεστ αγόρασε όλα όσα θα μπορούσαν να προσφέρουν οι ντόπιοι. Αυτό αύξησε σημαντικά την ευημερία του νησιού και το μέγεθος της φήμης του.

Για το ίδιο θέμα, γράφει λιτότερα ο Τσιτσέλης (τ. Α΄, σ. 865): […] Της εταιρείας πτωχευσάσης, ηγόρασε τα καταστήματα ο άγγλος μεγαλέμπορος Ερνέστος Τουλ, συστηματοποιήσας επιστημονικώτερον και τελεσφορώτερον την εργασίαν.

Όταν ο κύριος Τουλ συναντάει τον κύριο Κλάους

Η μεγάλη έκπληξη στην περιγραφή της Iris Vivian Rossen, που από μόνη της είναι και η εξήγηση για πολλά που ακολούθησαν, είναι η σχέση του Τουλ με τον Κλάους:

Ένας από τους καλύτερους φίλους του Ernest Toole ήταν ο Γερμανός από την Φρανκφούρτη, κος Κlauss, o οποίος έκανε εμπόριο στην κοντινή Πάτρα και στην ηπειρωτική χώρα. Θαύμαζε πολύ τον Ernest Toole και δημιούργησε τη δική του επιχείρηση κρασιού σε φιλικό ανταγωνιστικό πλαίσιο: την Αχάια. Η Αχάια διαμορφώθηκε (was modelled) εξ ολοκλήρου μετά τις Βινάριες. Οι δυο τους παρέμειναν καλοί φίλοι. Τα παιδιά του Τουλμεγάλωσανστη Φρανκφούρτη και έκανανδιακοπές με τα παιδιά του Κλάους. Για τον ίδιο τον Τουλ και τη σύζυγό του, γράφει: Ο Ερνέστος ζούσε πολυτελή ζωή. Ξένοι απεσταλμένοι, διακεκριμένοι αρχαιολόγοι, ακόμα και Γερμανοί πρίγκιπες που επισκέπτονταν την Ελλάδα, μένουν στο σπίτι του. Σε όλα, δείπνα, χορούς, η Μαριέττα από απλό χωριατοκόριτσο που μίλαγε μόνο Ελληνικά και δεν μπορούσε να γράψει το όνομά της, ήταν η τέλεια οικοδέσποινα. Ευγενική, μεχάρηκαι γοητευτική, ήταν αυτή που δημιούργησε τον Έρνεστ και τον έπεισε να κρατήσει την υπόσχεσή του να μην ξαναπαίξει χαρτιά. Συχνά παραδεχόταν ότι της όφειλε ταπάντα και ότι ήταν το τυχερό του αστέρι. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε ότι κατά την ίδρυση της Αχάια Clauss, ή και πολύ πριν, ένας από τους συχνούς επισκέπτες του Τουλ θα ήταν και ο Κλάους. Η γνωριμία τους θα έγινε μέσα από τη σημαντική δραστηριοποίησή τους στο εμπόριο της σταφίδας. Το 1872 ο Κλάους έρχεται στην Κεφαλονιά για να του δείξει ο Τουλ τις εγκαταστάσεις της οινοποιίας που μόλις απέκτησε στις Βινάριες. Συγχρόνως να του δείξει και τον τρόπο που οινοποιεί τη γλυκιά Μαυ- ροδάφνη και τα υπόλοιπα κρασιά του. Εκεί λοιπόν ο Κλάους “ερωτεύεται” με την πρώτη γουλιά τη γλυκιά Μαυροδάφνη του φίλου του τού Τουλ.

Ποιος ήταν όμως ο Κλάους;

Ο Gustav Clauss (1825-1908) ήταν 27 ετών όταν το 1852 ήρθε από το Μένινγκεν της Βαυαρίας να διευθύνει τις εξαγωγές της σταφίδας της εταιρείας ‘‘Fels & Co’’ στην Πάτρα. Αγαπάει το μέρος και παντρεύεται Ελληνίδα. Το 1861 ιδρύει την Achaia Clauss Ltd και μεταξύ των ετών 1861 και 1864 φυτεύει αμπέλια σε 60 στρέμματα στον Ριγανόκαμπο και μετά το 1865 φτιάχνει το πρώτο του κρασί. Το 1873 ιδρύει την Αχάια Clauss με εξ ολοκλήρου γερμανικά κεφάλαια για να οινοποιεί κρασιά με οργανωμένο τρόπο. Αυτό σε διαφοροποίηση από τις υπόλοιπες προσπάθειες στην Πάτρα, που μέχρι τότε αφορούσαν οινοποίηση χλωρής σταφίδας. Εμφανίζει το 1873 τα πρώτα 2.500 μπουκάλια γλυκιάς Μαυροδάφνης Πατρών. Από το 1883 ασχολείται αποκλειστικά με την Αχάια Clauss και εγκαταλείπει οποιαδήποτε σχέση με τη σταφίδα. Πέθανε το 1908 σε ηλικία 83 ετών.

Η οινοπαραγωγός Κεφαλονιά την εποχή του Τουλ

Η Κεφαλονιά, το νησί στο οποίο ανέπτυξε τη βιομηχανία του ο Τουλ, είχε παράδοση στα ποιοτικά κρασιά και στις αμπελοκαλλιέργειες πολλών γηγενών ποικιλιών σταφυλιών, ήδη ταιριασμένων με τα ιδανικά αμπελοτόπια τους (Lambert-Gocs M., σ. 219). Είχε οινοποιεία σε όλο το νησί με εξαγωγικό προσανατολισμό και οργανωμένη αγορά κρασιών.

Από τον 13ο αιώνα και μετά, είχε εμπορική σύνδεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, Νάπολι, Βενετία, Παρίσι, Λονδίνο, ανάλογα με το ποιος κυριαρχούσε στο νησί. Η εκτίμηση των επικυριάρχων για την εξαιρετική ποιότητα των κεφαλονίτικων κρασιών και των χαρισματικών της ποικιλιών σταφυλιών, ταιριασμένων στα πολύμορφα σεισμογενή αμπελοτόπια, έκανε την Κεφαλονιά να έχει πάντα ισχυρό αμπελουργικό και οινοποιητικό προσανατολισμό.

Οι ποικιλίες των αμπέλων της Κεφαλονιάς

Τα ονόματα των ποικιλιών των σταφυλιών καταγράφονται στα βάθη των αιώνων. Για τo Βοστυλίδι υπάρχει καταγραφή από το 1262 (Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας του 1264), για τη Ρομπόλα υπάρχει αναφορά από το 1520 σε απογραφή εκκλησιαστικής περιουσίας και το 1557 από τον περιηγητή Pellegrino Brocardi (Δεμπόνος, σ. 31), για το Μοσχάτο από το 1588 (Δεμπόνος, σ. 36, αναφορά στον Seigneur de Villamond) και για τη Μαυροδάφνη από το 1675 (αρχαιολόγος J. Spon: ‘’Voyage d’ Italie de Dalamatie de Grece et du Levant’’, Lyon 1678, VI. Σ. 131) (Δεμπόνος, σ. 44).

Επίσης λίγο αργότερα καταγράφονται ποικιλίες σταφυλιών, λευκών (Ασπρούδι, Κοζανίτης) και μελάνων (Kορφιάτης, Σκυλοπνίχτης) (Μηλιαράκης, σ. 101) αλλά και το Ζακυνθινό, το Περαχωρίτικο, το Θιακό και το Τσαούσι (Δεμπόνος, σ. 32).

Οι αμπελοκαλλιέργειες

H Κεφαλονιά οφείλει την άνθησή της κατά την περίοδο του 16ου και 20ού αιώνα στις αμπέλους της.

Ιδιαίτερα μετά το 1500 επί Βενετών το νησί καλύφθηκε με αμπελώνες.

Εδώ και αιώνες έδαφος γεμάτο πέτρες καθαρίστηκε σιγά σιγά. Οι πέτρες έγιναν αντέρισμα (λιθιά) για να συγκρατήσουν το λίγο χώμα στις πλαγιές των βουνών, που έμοιαζαν κυκλικά πράσινα σκαλοπάτια που χάνονται στα σύννεφα του Mεγάλου Βουνού (Παναγής Σολομός, ‘‘Ηώς’’, σ. 29).

Το 1621 ο βαρόνος Luis Deshayes παρατηρεί ότι τα αμπέλια φυτεύονται ακόμα και πάνω στα βράχια κι ας υπάρχει μόνο δύο δάχτυλα γη. Ανοίγουν τρύπες στους γκρεμούς και γεμίζουν χώμα και εκεί φυτεύουν κλήματα (Δεμπόνος, σ. 29, Σιμόπουλος Κ. «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα»).

Το 1830 η καλλιέργεια σταφυλιών στην Κεφαλονιά επικρατεί των άλλων καλλιεργειών. Τα καλλιεργούμενα στρέμματα είναι 49.500 (Παρτς, σ. 239), ενώ η μέση παραγωγικότητα είναι 225 λίτρα/στρέμμα για το Μοσχάτο και τη Μαυροδάφνη (Παρτς, σ. 251, στοιχεία από Leo An- derlind 1833).

Οι καλλιέργειες είναι ξερικές σε φτωχά εδάφη και συνδέονται με υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς: Ρομπόλα 13, Βοστυλίδι 15.5, Μοσχάτο 18.7, Μαυροδάφνη 15.5 (Φωκάς-Κοσμετάτος, στο: Δεμπόνος σ. 54).

Οι αναφορές για εισαγωγές θειαφιού για την αντιμετώπιση της χολέρας (ωίδιο), το 1856, δείχνουν συστηματοποίηση των καλλιεργειών (Δεμπόνος, σ. 56).

Οι σημαντικοί οινοπαραγωγοί την εποχή του Τουλ

Εκείνη την εποχή δραστηριοποιούνται, εκτός από την Οινουργική Εταιρεία του Τουλ, πολλά οι- νοποιεία σε όλο το νησί. Διασώζονται τα ονόματα σημαντικών οινοπαραγωγών, όπως των: Αναστασίου Πρετεντέρη, Γεωργίου Γερμενή, Θ. Κουρούκλη, Αντωνίου Φαρακλού, Φλωράτου- Μπαρμπάτη, Δήμου Αντύπα (Δεμπόνος, σσ. 67, 68). Τα οινοποιεία βρίσκονται στο Αργοστόλι, στο Ληξούρι και στο Φισκάρδο. Ο Μηλιαράκης (σ. 188) αναφέρει ότι η μεγαλύτερη επιχείρηση από όλες ήταν του Τουλ, που η αξία του καταστήματός του αποτιμάτο σε 1.000.000 δραχμές.

Αξιοσημείωτη είναι και η παραγωγή οίνου. Σύμφωνα με τον περιηγητή Saverio Scrofani, το 1794 η παραγωγή κρασιού ήταν 15.000 βαρέλες (1.080 τόνοι) αξίας 6.818 τσεκινιών, ενώ το 1795 ο Γάλλος πρόξενος στα Επτάνησα San Sauver αναφέρει 80.000 βαρέλες (5.760 τόνοι) και διαπιστώνει αξιόλογη παραγωγή οίνου που εξάγεται (Δεμπόνος, σ. 45). Σύμφωνα με τον Παρτς, 40 χρόνια μετά, το 1835, η παραγωγή κρασιών του νησιού ήταν 8.000.000 οκάδες (10.240 τόνοι), εκ των οποίων οι 500.000 οκάδες (640.000 τόνοι) ήταν λευκά κρασιά. Σύμφωνα με τον Μη- λιαράκη, το 1830 η συνολική παραγωγή οίνων ήταν 8.500.000 οκάδες, εκ των οποίων τα 8.000.000 οκάδες (10.240 τόνοι) ήταν κόκκινα και τα 500.00 λευκά (640.000 τόνοι).

Είναι αξιοσημείωτο το πόσο υπερισχύει η παραγωγή των κόκκινων κρασιών, που φυσικά περιλαμβάνουν και κρασιά ανάμειξης με λευκά.

Οι προορισμοί των εξαγωγών

Ο Τουλ ενίσχυσε τον εξαγωγικό προσανατολισμό. Ο Παρτς (σ. 251) αναφέρει:

Εις την τελειοποίησιν της θεραπείας των ωραίων κλημάτων της νήσου, εις την εξευγένισιν του οίνου διά νοήμονοςπεριποιήσεως και της αποθηκεύσεωςτωναξιόλογωνπαλαιώνοίνωνσυνεβάλετο ταμάλιστα ο υποπρόξενος του Γερμανικού κράτους Ερνέστος Τουλ. Εις αυτόνκυρίως οφείλεται το ότι οι οίνοι της Κεφαλληνίας διαρκώς επί μάλλον λαμβάνουσι την αρμόζουσαν αυτοίς θέσιν εις το ευρωπαϊκόνεμπόριον. Τομέγιστονμέρος της όλης παραγωγήςτηςμεγάληςαυτούοινοποιίας στέλλεται εις Γερμανίαν.

Ισχυρός εξαγωγικός προσανατολισμός υπήρχε και επί Βενετών. Το 1771 ο αξιωματικός του Γαλλικού Ναυτικού Bellin αναφέρει εξαγωγή φορτίων 4-5 καραβιώντονχρόνο. Ο Scrofaniανα- φέρει ότι το 1794 το κρασί έρχεται τρίτο σε εξαγωγή με 15.000 βαρέλες αξίας 6.818 βενετικών τσεκινιώνκαι με τόπους εξαγωγής τη Βενετία, τη Ρούμελη, την Ιθάκη, την Αγία Μαύρα (Δεμπό- νος, σ. 43). Ο Λοβέρδος Κωστής (σ. 184) αναφέρει ότι μέχρι το 1797 κάθε Αύγουστο 16 μεγάλα πλοία παρελάμβαναν το Μοσχάτο από το Ληξούρι και εξήγοντο οι Μοσχάτοι οίνοι παραχρήμα εις την πρωτεύουσα (Βενετία). Το οποίο (Μοσχάτο) δεν έλειπε από το Βενετσιάνικο τραπέζι (Παρτς, σ. 251). Την εποχή του Τουλ οι εξαγωγές γίνονται σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες: Βέλγιο,

Γερμανία, Σκανδιναβία, Ολλανδία, αλλά και σε πολύ μακρινές όπως η Τζακάρτα (Βατάβια). Η αξία τωνεξαγωγώντο 1888 ήταν 215.000 δραχμές (οι 116.250 δραχμές από εξαγωγές στη Γερμανία).

Η αγορά οίνων στην Κεφαλονιά είναι οργανωμένη. Το 1833 γίνεται διάκριση τιμής για διαφορετικές ποιότητες οίνων, κάτι ασύνηθες για άλλες οινοπαραγωγές περιοχές της Ελλάδας. Το Μοσχάτο πωλείται 50-56 λεπτά της δραχμής, η καλή Ρομπόλα και το δριμύ Μοσχάτο 27-37 λεπτά, η κατώτερη Ρομπόλα και το Βοστυλίδι 22-28 λεπτά (Παρτς, σ. 251).

Οι βραβευμένοι οινοπαραγωγοί της Κεφαλονιάς

Τα κρασιά ήταν υψηλής ποιότητας, με βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς. Στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1889 βραβευμένοι οινοποιοί με εξαγωγικό προσανατολισμό ήταν οι Ν.Ι. Άννινος, Π. Γεράκης και Χ. Φλωράτος.

Ενδεικτικό της προσπάθειας για ποιότητα είναι ότι στην ίδια Διεθνή Έκθεση συμμετείχαν και οι μικρότεροι οινοπαραγωγοί χωρίς εξαγωγικό προσανατολισμό (χρυσό βραβείο ο Π. Φωκάς-Κοσμετάτος, χάλκινο ο Δ. Δαυής και ο Ε. Ρίκος,) (Δεμπόνος, σ. 69). Ο Τουλ έχει πάρει βραβεία στο Παρίσι, στην Αμβέρσα, στην Αθήνα και στο Μπορντό. Η αναγνώριση της ποιότητας των οίνων προκύπτει επίσης και από το Βενετσιάνικο διάταγμα του 1771 που δεσμεύει όλη την παραγωγή του Μοσχάτου για να εξασφαλιστεί για τον κυρίαρχο (Βενετία) οίνος πρώτης ποιότητας (Δεμπόνος, σσ. 42, 49).

Εκείνη την περίοδο ήρθαν στο νησί νεωτερισμοί από Κεφαλονίτες γιατρούς, σπουδαγμένους στην Πάδοβα: τα κρασιά από κίνα (china-κινίνο) Vino di China (Δεμπόνος, σ. 69) σαν αντιπυρετικά και τονωτικά (έπαινοι για Δ. Αβλάμη και Α. Κουλέντη σε διαγωνισμό στην έκθεση στο Παρίσι) (Δεμπόνος, σσ. 69-70).

Από όλα τα σταφύλια, το πιο εντατικά καλλιεργούμενο στην Κεφαλονιά ήταν η Μαυροδάφνη (Παρτς, σ. 250).

Από πού ήρθε η Μαυροδάφνη στην Κεφαλονιά;

Η Μαυροδάφνη είναι γηγενές σταφύλι της Κεφαλονιάς. Ο αμπελογράφος Rovasenda το 1887 προσδιορίζει ως περιοχή προέλευσής της την Κεφαλονιά (Μ. Σταυρακάκης, ‘‘Αμπελογραφία’’, σ. 144). Είναι μια ποικιλία γνωστή για την ποιότητά της από τον 16ο αιώνα στην Κεφαλονιά (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 271). Το 1675 ο αρχαιολόγος J. Spon αναφέρει τη Μαυροδάφνη, μαζί με το Μοσχάτο, όχι μόνο σαν οίνο αλλά και σαν κύριο προϊόν της Κεφαλονιάς.

Πού εκαλλιεργείτο στο νησί;

Το 1880, πάνω από το 30% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, καλύπτει η Μαυροδάφνη (Παρτς, σ. 250):

Περιοχαί τινες της Κεφαλληνίας καλλιεργούσιν υπερβαλλόντως ή αποκλειστικώς την μαυροδάφνην, ιδίως δε η Λιβαθώκαιη Θηνέα. ΗΠαλικήπαράγειπολλήν, το δε νοτιοανατολικόνκαι η Έρισος ολιγωτέραν. Ούτω δε το τρίτον και πλέον του όλου οίνου ανήκει εις τούτο το είδος.

Tα αναγνωρισμένα ποιοτικά αμπελοτόπια Μαυροδάφνης ήταν η Λιβαθινιά, η Παλικισιάνα και η Θηνιάτικη και εκαλλιεργείτο και στον Ελιό όπως προκύπτει από οικογενειακό μας έγγραφο του 1895.

Ο Δ. Σταύρακας (σ. 338) αναφέρει ότι ιστορικά εκαλλιεργείτο στην Κεφαλονιά σε πεζούλες, σε ξηρά και πετρώδη εδάφη, με παραγωγή 400-500 κιλών το στρέμμα, που έδιναν οίνους ξη- ρούς, βαθύχρωμους και υψηλόβαθμους.

Το 1833 έγιναν μελέτες (Leo-Anderlind), που υπολόγιζαν την παραγωγή σε 100-400 λίτρα/στρέμμα, ανάλογα με το έδαφος και την καλλιέργεια (Παρτς, σ. 251).

Ο P. Phocas-Cosmetatos το 1910 δίνει στοιχεία για τους οίνους από σταφύλια Μαυροδάφνης: Οινόπνευμα 15.5, στερεά εκχυλίσματα 5.7, ζάχαρο 2.50, ολική οξύτητα 0.52 (Δεμπόνος, σ. 34).

Πρώτες περιγραφές γευσιγνωσίας της Μαυροδάφνης της Κεφαλονιάς

Η οινοποίησή της είναι ξηρή και γλυκιά.

Για την ξηρή Μαυροδάφνη του Τουλ έχουμε μια πρώτη αναλυτική περιγραφή από τον κα- θηγητή Χημείας Αναστάσιο Χρηστομάνο στο πλαίσιο διαγωνισμού στην έκθεση ‘‘Ολύμπια’’ του 1875: «Οίνος μέλας εντω ερυθρώ, χροιάγνησία, λαμπρώς ακτινοβολούσα. Είναι άριστος των μελαίνων οίνων της εκθέσεως, υπομιμνήσκων ως προς μεν το άρωμα τον περιώνυμον αυστριακόν οίνον του Vöslau, ως προς δε τηνγεύσιντους καλλιτέρους κοινούς οίνους (vins de table) του Βορδώ. Έχει γεύσιν στύφουσαν ελαφρώς και ευφραντικήν’’ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 280).

Ο Παρτς (σ. 249) περιγράφει τη Μαυροδάφνη σαν ‘‘οίνον αρωματικόκαιβαθυτάτουχρώματος, όπου λίγες σταγόνες εξ αυτού μετασχηματίζουν σφόδρα ποτήριον λευκού οίνου’’ και θεωρεί ότι ποιοτικά θα ενθουσιάσει και τους πιο κακομαθημένους συνδαιτυμόνες πολυτελούς γεύματος στην Ευρώπη.

Το δίγλωσσο διαφημιστικό του Τουλ διαφημίζει τα βραβεία που έχει πάρει στους διαγωνισμούς οίνων (Αμβέρσα, Παρίσι, Αθήνα) τόσο για την ξηρή του Μαυροδάφνη όσο και για τη γλυκιά. Σημειωτέον, η ονομασία της Μαυροδάφνης δεν έχει τον τοποπροσδιορισμό της Κεφαλονιάς, αναφέρεται μόνο σαν dry Mavrodafni και παλαιά Μαυροδάφνη.

Εκτός από τον Τουλ, εξαγωγές Μαυροδάφνης έκανε και ο Δήμος Αντύπας, από το Φισκάρδο, στη Μασσαλία (Δεμπόνος, σ. 68).

Όπως και για τις υπόλοιπες ποικιλίες κρασιών, έχουμε το 1833 διαμορφωμένες τιμές Μαυροδάφνης 38-50 λεπτά το λίτρο (Παρτς, σ. 251). Ήταν το ακριβότερο κρασί του νησιού. Το 1836-1840 είχε 150 όβολα/σταμνί και το 1840-1850 100-140 όβολα (Δεμπόνος, σσ. 65, 56).

Mέχρι τις αρχές του 1800 η γλυκιά Μαυροδάφνη ήταν φυσικός γλυκός οίνος από λιαστά σταφύλια. Ο Παρτς αναφέρει τον εντυπωσιασμό του από τη μαγευτική δύναμη κάθε σταγόνας της στη Μονή Καθαρών στην Ιθάκη (Παρτς, σ. 249). Δεδομένου ότι οι τεχνικές ενίσχυσής της δεν θα είχαν ακόμα αναπτυχθεί, θα ήταν από λιαστά σταφύλια

Πώς έγινε η πρώτη ενισχυμένη Μαυροδάφνη;

Ο Τουλ αγοράζοντας τις εγκαταστάσεις της Οινουργικής Εταιρείας θα παρέλαβε και τους ανθρώπους της, και την τεχνογνωσία τους, και αυτήν του vin de liquer, που πιθανόν να την είχε αναπτύξει ο ίδιος ο Galot. Μέχρι τότε η Μαυροδάφνη στην Κεφαλονιά, όπως προαναφέραμε, ήταν φυσικός γλυκός οίνος. Με την τεχνογνωσία του Galot θα έγινε για πρώτη φορά ενισχυμένος γλυκός οίνος χρησιμοποιώντας αλκοόλ από σταφίδες ή καθαρό αλκοόλ (μαρτυρία ύπαρξης δεξαμενής οινοπνεύματος στην Οινουργική Εταιρεία).

Πώς έμαθε ο Κλάους να φτιάχνει γλυκιά Μαυροδάφνη στην Πάτρα;

Με τη σειρά του ο Τουλ μετέφερε την τεχνογνωσία στον Κλάους, ο οποίος, όπως λέει η Vivian Iris Rossen, ήταν εντυπωσιασμένος από τον φίλο του τον Τουλ και στο νέο του ξεκίνημα δια- μόρφωσε την Αχάια σύμφωνα με την οινοποιία του Τουλ. Δεδομένου ότι η πρώτη γλυκιά Μαυροδάφνη Πατρών έγινε το 1873 μόνο σε πειραματική ποσότητα 2.500 φιαλών, ο μούστος δεν θα ήταν απίθανο να είχε έρθει από την Κεφαλονιά. Εξάλλου και στα αρχεία του Κλάους φαί- νεται να κάνει αγορές έτοιμης Μαυροδάφνης από τον Τουλ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 288-289).

Τι κρασιά έφτιαχναν στην Πάτρα την εποχή του Κλάους;

Σε αντίθεση με την Κεφαλονιά την εποχή του Τουλ, την περίοδο που ξεκίνησε o Kλάους να φυτεύει αμπέλια στην Πάτρα δεν υπάρχει κάποια καταγεγραμμένη προϊστορία αμπελοκαλλιεργειών σταφυλιών για να εξυπηρετήσουν οργανωμένα οινοποιεία. Τον 19ο αιώνα η ΒΔ Πε- λοπόννησος ζούσε στον πυρετό της σταφίδας (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 259). Η Ελληνική Οινοποιητική Εταιρεία (1858) από ντόπιους επιχειρηματίες είχε στόχο τη δημιουργία κρασιών από χλωρή σταφίδα για να καλύψουν τις μεγάλες ανάγκες που είχε η Γαλλία για κρασί.

Πώς φυτεύθηκαν σταφύλια Μαυροδάφνης και Ρενιώ στην Πάτρα;

Ο ίδιος ο Κλάους από το αρχείο του φαίνεται να φυτεύει ποικιλίες σταφυλιών (1860) εκτός Αχαΐας. Φυτεύει Μαυροδάφνη και Ρενιώ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 273). Δεδομένου ότι για τη Μαυροδάφνη δεν υπάρχουν στοιχεία που να ανάγουν την καλλιέργειά της στην Αχαΐα σε πα- λαιότερους αιώνες (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 259), θα πρέπει ο Κλάους να την έφερε από την Κεφαλονιά. Τη δε Ρενιώ πρέπει να την έφερε ο ίδιος για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Τα περί μετανάστευσης της Μαυροδάφνης από την Κεφαλονιά στην Πάτρα ενισχύονται και από το ότι ο φάκελος της Μαυροδάφνης Πατρών για ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης), στο σημείο που αναφέρεται στην προϊστορία του σταφυλιού στην περιοχή της Αχαΐας ουσιαστικά παραπέμπει στην ιστορία του σταφυλιού στην Κεφαλονιά σαν πρόγονό του (Βιβλιοθήκη Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, παράγραφος γ΄, Γεωγραφική Προέλευση, ενιαίο έγγραφο της ΠΟΠ Μαυροδάφνης Πατρών).

Από πού πήρε το όνομά της η Μαυροδάφνη Πατρών;

Η ιστορία λέει ότι ο Κλάους ονόμασε έτσι αυτή την ποικιλία του κρασιού προς τιμήν της αρ- ραβωνιαστικιάς του Δάφνης, μιας μελαχρινής όμορφης Ελληνίδας με μαύρα μάτια η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία.

Από μόνη της η ιστορία της απόδοσης του ονόματος του κρασιού στα μάτια της αρραβω- νιαστικιάς του Κλάους, Δάφνης, έμμεσα επιβεβαιώνει ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε η Μαυρο- δάφνη στην περιοχή. Αν ένα σταφύλι με το όνομα Μαυροδάφνη ήταν διαδεδομένο, δεν θα άφηνε χώρο για τον μύθο. Όλοι θα ήξεραν ότι το σταφύλι προϋπήρχε της αρραβωνιαστικιάς του Κλάους, Δάφνης.

Στο Κουράκου-Βουδούρη (σ. 270), η εξήγηση του δεύτερου συνθετικού -δάφνη στην ονομασία, αποδίδεται στις ιδιότητες των κουκουτσιών της δάφνης. Συμπληρώνεται δε ότι το κρασί παράγεται από μια ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται στην Κεφαλονιά με το όνομα ‘‘Μαυροδάφνη’’ μερικούς αιώνες πριν γεννηθεί ο Κλάους. Όπως κι αν είναι, η ιστορία του ονόματος της Μαυροδάφνης κρύβεται στους αιώνες της κεφαλονίτικης οινικής ιστορίας.

Η “αρπαγή” του ονόματος της Μαυροδάφνης από την Πάτρα

Ο Κλάους, αναγράφοντας το προσδιοριστικό της Πάτρας στο όνομα Μαυροδάφνη Πατρών, θέλει να την διακρίνει από τον κύριο τόπο οινοποίησης, την Κεφαλονιά. Αυτό φαίνεται και στα διαφημιστικά του Τουλ, στα οποία η Μαυροδάφνη αναγράφεται χωρίς προσδιοριστικό τόπου και λεγόταν απλά ‘‘Μαυροδάφνη’’ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 265), γιατί η Μαυροδάφνη ήταν διεθνώς ταυτόσημη με την Κεφαλονιά.

Ίσως και ο Τουλ λόγω της φιλίας του με τον Κλάους να “χαρίστηκε” στο θέμα ιδιοποίησης του ονόματος Μαυροδάφνη από την Πάτρα αφού δεν φαίνεται να τέθηκε από μέρους των κε- φαλονίτικων οινοποιείων κάποιο θέμα.

Κλάους-Τουλ, η μεγάλη ευκαιρία

Πέραντηςφιλίαςτους, οι Κλάουςκαι Τουλείχανκαιπολλά κοινά συμφέροντα. Ηζήτησητηςγλυ- κιάς Μαυροδάφνης, τύπου Πορτ, αυξήθηκε πολύ όταν με τη συνεργασία τους πέτυχαν να πωλούν τακρασιάτουςχωρίςδασμούςστη Γερμανία. Αυτό, μετηνπροϋπόθεσητηςχρήσηςγερμανικούαλ- κοόλ. Πήρε δε εκρηκτικές διαστάσεις με τη μεγάλη ζήτηση για γλυκά κρασιά τύπου Πορτ που δημιουργήθηκε λόγω της καταστροφής των αμπελώνων του Duro στην Πορτογαλία από τη φυλλοξήρα(1869) καιτονπερονόσπορο(1893)(Κουράκου-Βουδούρη, σ. 276). OΚλάουςκαιο Τουλ συγχρονίστηκανγιανακαλύψουντοεμπορικόκενό. OΚλάουςαγοράζειακόμακαιέτοιμοπροϊόν από τον Τουλ, Μαυροδάφνη, Ρομπόλα και Santa Maura (Κουράκου-Βουδούρη, σσ. 288-289).

O Κλάους ήταν ένας μεγάλος “mixer” κρασιών ανάλογα με τη ζήτηση που υπήρχε εκείνη τη στιγμή. Έφτιαχνε απομιμήσεις από Τοkayer (Ουγγαρίας), Portwein (Πορτογαλίας), Madeira (Ισπανίας), Sherry (Ισπανίας), Vin Santo (Σαντορίνης) (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 274). Επειδή η Malvasia συνιστάτο ως θεραπευτικός οίνος, διαφήμιζε τη Μαυροδάφνη ως Medicinal Malvasier και ισχυριζόταν ότι είναι υποποικιλία του σταφυλιού Malvasier (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 278).

Ποιος έφερε την ποικιλία Ρενιώ στην Πάτρα; Πώς αυτή εκτόπισε τη Μαυροδάφνη;

Ο Κλάους στο κτήμα του στον Ριγανόκαμπο είχε φυτέψει σ’ έναν αμπελώνα 60 στρεμμάτων κεφαλονίτικης μαυροδάφνης και ένα άλλο μαύρο σταφύλι, τη Ρενιώ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 273). Ίσως αυτός πρωτοφύτεψε τη Ρενιώ στην Ελλάδα. Φαίνεται ότι γρήγορα εγκατέλειψε ή περιόρισε τη χρήση σταφυλιών πραγματικής Μαυροδάφνης στην οινοποίηση της Μαυροδάφνης Πατρών υπέρ της Ρενιώ, η οποία στο τέλος επικράτησε.

Αμπελουργικά η Ρενιώ συνδέεται με υψηλή παραγωγικότητα, χαμηλούς αλκοολικούς βαθμούς και χαμηλή ποιότητα. Αντίθετα η Μαυροδάφνη με χαμηλή παραγωγικότητα και υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς δυσκολεύεται να αναπτυχθεί στα εδάφη της Αχαΐας γιατί είναι ευαίσθητη σε ξηρασία και ασθένειες.

Σχετική προφορική παράδοση έφτασε μέχρι σήμερα: Στο masterclass για Μαυροδάφνες του wine style στο WSPC (2019) ακούστηκε από πλευράς της Αχαΐας ότι η Μαυροδάφνη όταν πρωτοφυτεύθηκε αρρώσταινε, είχε προβλήματα εγκλιματισμού, και γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από ένα άλλο μαύρο σταφύλι, τη Ρενιώ.

Η Ρενιώ, αν και πολύ πιο παραγωγική, υστερεί καταφανώς στους χαρακτήρες ποιότητας του γλεύκους. Συμμετείχε σε μεγάλο ποσοστό στους αμπελώνες της Μαυροδάφνης με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα των οίνων. Αυτό συνεχίζεται και τώρα, μια και τα τελευταία 20 χρόνια η ποικιλία Ρενιώ επεκτείνεται έναντι της Μαυροδάφνης (Σταυρακάκης, ‘‘Αμπελογραφία’’, σ. 148).

Η Ρενιώ λοιπόν επικράτησε για λόγους ευχέρειας καρπόδεσης και μεγάλης παραγωγικότητάς της σε σχέση με τη Μαυροδάφνη (Σταυρακάκης, ‘‘Αμπελογραφία’’, σ. 178) αλλά και λόγω της εκρηκτικής εμπορικής επιτυχίας της Μαυροδάφνης Πατρών που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες, αποδοτικών σε μούστο, σταφυλιών.

Αυτό το τελείως άλλο σταφύλι (Σταυρακάκης, ‘‘Αμπελογραφία’’, σ. 144), η Ρενιώ, βαφτίστηκε στην Πάτρα και αυτή Μαυροδάφνη επειδή πήρε τη θέση της πραγματικής Μαυροδάφνης Κεφαλονιάς στην οινοποίηση της γλυκιάς Μαυροδάφνης Πατρών.

Οργανοληπτικά δεν θα ήταν εύκολο να προσδιοριστεί η διαφορά Ρενιώ και Μαυροδάφνης λόγω και της συμμετοχής Κορινθιακής σταφίδας στη Μαυροδάφνη Πατρών μέχρι και 50%, αλλά και λόγω της διαδικασίας της μαδεροποίησης-παλαίωσης στην παρασκευή της.

Διαφορές στην αμπελοκαλλιέργεια της Μαυροδάφνης Κεφαλονιάς με την αμπελοκαλλιέργεια Ρενιώ Αχαΐας

Από την εμπειρία μας στην αμπελοκαλλιέργεια της Μαυροδάφνης στην Κεφαλονιά, αλλά και από ιστορικά στοιχεία (Σταύρακας, σ. 338), γνωρίζουμε ότι η ποιοτική Μαυροδάφνη θέλει ξε- ρική καλλιέργεια σε φτωχά εδάφη. Η Μαυροδάφνη που καλλιεργείται στην Κεφαλονιά έχει μικρότερου μεγέθους σταφύλια, πυκνόρωγα, και είναι ανθεκτική στην ξηρασία, ενώ στους Νομούς Αχαΐας και Ηλείας είναι ευαίσθητη στην ξηρασία. ‘‘Η Κεφαλονιάείχεξερικούς αμπελώνες.

 

Επιστολικά δελτάρια της Οινοποιίας Τουλ. (πηγή: Ν. Μπακουνάκης, ‘‘Το κρασί του Γουσταύου’’)

Τα ξερικά βαθύχρωμα σταφύλια της Μαυροδάφνης έφταναν τους 15.5ο ’’ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 273). Στην Αχαΐα δεν βρέθηκαν αντίστοιχες συνθήκες, γι’ αυτό ούτε παραγωγικά ήταν αλλά και αρρώσταιναν και γενικά δεν ευδοκιμούσαν. Αντίθετα με τη Μαυροδάφνη, η Ρενιώ στην Αχαΐα καλλιεργείται σε βαριά γόνιμα εδάφη, που μαζί με τις αρδεύσεις και τις λιπάνσεις δεν φτάνει ούτε τους 10ο (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 273).

Ακόμα και σήμερα η καλλιέργεια της Μαυροδάφνης στην Αχαΐα είναι περιορισμένη και η αμπελογραφική συμπεριφορά της σε σχέση με την Κεφαλονιά είναι τελείως διαφορετική λόγω του ότι η ποικιλία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στη φύση του εδάφους (Κουράκου-Βου- δούρη, σσ. 271-273).

Η αληθής-γνήσια Μαυροδάφνη

Η Ρενιώ όταν αρχικά δοκιμάστηκε στην Κεφαλονιά στην ξηρή της οινοποίηση δεν είχε καλά αποτελέσματα. Ο Παρτς το 1880 ανέφερε ότι τη βρίσκει κατωτέρας ποιότητος από αυτή της Κεφαλονιάς. Γράφει στη σ. 249 της Γεωγραφικής Μονογραφίας του, ότι κάποιες Μαυροδάφνες που έρχονταν από την Πάτρα απείχαν εμφανώς ποιοτικά από τη Μαυροδάφνη της Κεφαλο- νιάς, την οποία χαρακτηρίζει αληθή Μαυροδάφνη:

Υπό το όνομα τούτο εισάγεται μεν εις το εμπόριον και εκ Πατρών οίνος ερυθρός ανοικτός και πυρώδης, αλλ’ ουδέν έχει κοινόν προς την αληθή Μαυροδάφνην των Κεφαλληνικών νήσων ή το σκοπιμώτερον μάλλον ή επιτυχέστερον εκλελεγμένον όνομα.                                                                       

 

Ο αμπελογράφος Βάσος Κριμπάς (1943) λέει ότι τη γνήσια τη λένε Μαυροδάφνη Τσίγκελο και την άλλη Μαυροδάφνη Ρενιώ (Σταύρακας, σ. 338).

Ακόμα και σήμερα φάνηκε οργανοληπτικά η διαφορά των κεφαλονίτικων Μαυροδαφνών στο ίδιο masterclass (Ιούνιος 2019) και η Κεφαλονιά ξεχώρισε τόσο για το νεύρο και τη συμπύκνωση όσο και για τα αρώματα.

Το κακό κρασί διώχνει το καλό

Φαίνεται ότι το εμπορικό δαιμόνιο του Κλάους τον οδηγούσε να φτιάχνει με το όνομα Μαυ- ροδάφνη ημίγλυκη οινοποίηση της Ρενιώ. Το 1901 εξάγει στη Γερμανία ξηρή μαυροδάφνη “πειραγμένη” με αυξημένα σάκχαρα (ειδικό βάρος 1036) για να προσαρμοστεί στα τοπικά γούστα (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 289).

Λόγω συγκριτικά μεγαλύτερων ποσοτήτων, η μαζική κακή απομίμηση της οινοποίησης της ξηρής Μαυροδάφνης από τον Κλάους με βάση το σταφύλι Ρενιώ υποβάθμισε την ποιότητά της στο ευρύ κοινό και συμπαρέσυρε τη φήμη της ξηρής Μαυροδάφνης της Κεφαλονιάς.

Η γενετική έρευνα συμφωνεί;

Οι παραπάνω διαφορές Μαυροδάφνης και Ρενιώ τεκμηριώνονται και από την επιστημονική έρευνα. Αναφερόμενος στη χρήση μοριακών δεικτών ο Μ. Σταυρακάκης σημειώνει ότι τα πρώτα αποτελέσματα της γενετικής μελέτης δείχνουν ότι οι αμπελουργικές διαφορές θα πρέπει να αποδοθούν σε γενετική ετερογένεια και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται –δεδομένων και των σημαντικών διαφορών στους φυσιολογικούς και παραγωγικούς χαρακτήρες– ως διαφορετικές ποικιλίες (Σταυρακάκης, ‘‘Οίνον Ιστορώ’’, σ. 248). Οι Κουράκου-Βουδούρη συμπεραίνουν από αυτό ότι η Ρενιώ θα πρέπει να θεωρείται διαφορετική ποικιλία δεδομένου ότι διαφέρει και μορφολογικά (σ. 273). Αλλά και στην πιο τελευταία έρευνα (30 Δεκεμβρίου 2019) τών Biniari K., Daskalaki I., Bouza D., Stavrakaki M. γίνεται αναλυτικότερη μελέτη για τα ποι- οτικά χαρακτηριστικά αυτών των δύο ποικιλιών και βρέθηκε να υπερτερεί σημαντικά η Μαυροδάφνη της Ρενιώ τόσο σε ανθοκυάνες όσο και σε τανίνες και σε φαινόλες του φλοιού. Επίσης στην ίδια έρευνα αναφέρεται ότι οι μελέτες βιοτύπων δείχνουν ότι η Ρενιώ και η Μαυροδάφνη δεν είχαν γενετική σχέση και είναι δύο διαφορετικά σταφύλια (cultivars).

Η οινοπαραγωγή στην Κεφαλονιά μετά τον Τουλ

Ο Τουλ συνέχισε τη λαμπρή πορεία του μέχρι το τέλος της ζωής του (φτάνει τα 100) και μαζί του πολλοί Κεφαλονίτες οινοπαραγωγοί για τους οποίους λειτούργησε πάντα σαν πιλότος ορθών κατευθύνσεων (Δεμπόνος, σ. 78). Το 1911 έρχεται η δεύτερη οινολογική άνοιξη της Κεφαλονιάς όταν φτάνει ο σπουδαγμένος οινολόγος του Μπορντώ Ν.Μ. Μεταξάς, με καταγωγή από τα Μεταξάτα, φέρνοντας νέες ευρωπαϊκές αντιλήψεις για την επιστημονική οινοποίηση, επηρεάζοντας θετικά όλα τα οινοποιεία (Δεμπόνος, σ. 76).

Η επόμενη γενιά έπρεπε να διαχειριστεί κάτω από άλλα χέρια τις καταστροφικές συνέπειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το κλείσιμο της αγοράς της Γερμανίας καιη έλλειψη αμπελουργών στο νησί που μετανάστευσαν στην Αμερική λόγω της σταφιδικής κρίσης, ανάγκασαν την επι- χείρηση του Τουλκαιτις άλλες μεγάλες οινοποιητικές βιομηχανίες της Κεφαλονιάς να κλείσουν. ‘‘Εξήγοντο κάθεχρόνο, προτου Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, περίπου 10.000 τόννοι, στη Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιοκ.α. Σε μικρή όμως κλίμακα κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν πρέπειναξεχνούμε ότι τότε ανθούσαν τεράστιες βιομηχανίες οίνων (Τουλ, Γερμενή, Φλωράτου, Κουρούκληκ.ά.’’ (Παναγής Σολομός, σ. 83). Επίσης η Αχάια Clauss μεταφέρεταισε ελληνικά χέρια, με κύριο μέτοχο τον Βλάσιο Αντωνόπουλο, σαν πολεμική αποζημίωση (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 267).

Πώς έχασε η Κεφαλονιά το όνομα της ξηρής Μαυροδάφνης;

Τα αμπέλια και η ξηρή Μαυροδάφνη συνέχιζαν να καλλιεργούνται σε μικρότερες εκτάσεις

(80% μείωση μέσα σε 7 χρόνια). Η παραγωγή, από 54.000 εκατόλιτρα το 1912 μειώθηκε σε

10.000 το 1919 (Δεμπόνος, σ. 77). Η οινοποίηση στην Κεφαλονιά προοριζόταν κυρίως για το- πική κατανάλωση και λιγότερο για εμφιάλωση και τυποποίηση. Αυτό ατόνησε την εμπορική παρουσία “στο ράφι”, όπως θα λέγαμε σήμερα, της κεφαλονίτικης Μαυροδάφνης. ‘‘Με την εξαφάνιση τωνοινουργείωνμε κάποια φίρμα, η αξιοπιστία των κρασιών έπεσε στην Κεφαλονιά στα χέρια αναρίθμητων μικρών επιχειρήσεων και ταβερνιάρηδων’’ (Δεμπόνος, σ. 78).

Η εμφιαλωμένη ετικέτα ξηρής Μαυροδάφνης Κεφαλονιάς έφυγε τελείως και μόνη της στο ράφι έμεινε η ετικέτα της γλυκιάς Μαυροδάφνης Πατρών φτιαγμένη πια από σταφύλι Ρενιώ μονοπωλώντας και το “μάτι” του αγοραστικού κοινού.

Η απαλλαγή των δασμών στη Γερμανία από τις αρχές του 1900 λειτούργησε σαν κίνητρο για νοθεία και κακές απομιμήσεις της Μαυροδάφνης Πατρών. Αυτό συνεχίστηκε και κατά την εποχή του μεσοπολέμου. Τη δεκαετία του ’60 το κακό παράγινε και υπήρξαν πολλά κρούσματα νοθείας της Μαυροδάφνης Πατρών από πολλά οινοποιεία της Αχαΐας στις εξαγωγές στη Γερμανία (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 284).

Για να προστατευθεί από αυτές τις νοθείες η Μαυροδάφνη Πατρών, το 1971 με βασιλικό διά- ταγμα (ΒΔ 386, ΦΕΚ Α/115/1971) ορίστηκε ως ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) η Μαυροδάφνη Πατρών για το γλυκό κρασί. ‘‘Η διπλή αυτή ονομασία είναι γέννημα νομοθετικής ρύθμισης με σκοπό να προστατεύει το εκλεκτό κρασί της πατρινής οινοβιομηχανίας από τις παραποιήσεις και τη νοθεία’’ (Κουράκου-Βουδούρη, σ. 265).

Αυτό εξαντανακλάσεως συμπαρέσυρε και την Κεφαλονιά χωρίς να συντρέχουν αντίστοιχοι λόγοι. Έτσι δημιουργήθηκε η Μαυροδάφνη ΠΟΠΚεφαλονιάς για το γλυκό κρασί αφήνοντας την ξηρή οινοποίηση εκτός της ΠΟΠ. Εδώ ίσως θα υπήρξε και αμέλεια των Κεφαλονιτών να αντιδράσουν, θεωρώντας αδύνατο να σταματήσει να λέγεται το κρασί τους Μαυροδάφνη. Δηλαδή, κάτι αντίστοιχο με αυτό που συνέβη με τους παραγωγούς της φέτας στην Κεφαλονιά, που πα- ρότι από πάππου προς πάππον παρήγαγαν εξαιρετική φέτα, οδηγήθηκαν στο να απαγορεύεται να αναφέρουν το προϊόν τους σαν φέτα. Από τη χρονολογία αυτή (1971) τέθηκε εκτός προστα- σίας της ΠΟΠ η ξηρή Μαυροδάφνη, μη επιτρέποντας στους Κεφαλονίτες παραγωγούς να ανα- φέρεται το όνομα Μαυροδάφνη στις ετικέτες των φιαλών της ξηρής οινοποίησης.

Οίνος Μαυροδάφνη χωρίς Μαυροδάφνη;

Έτσι κατέληξε για το ευρύ κοινό η Μαυροδάφνη σαν οίνος και σαν σταφύλι να είναι ταυτόσημη με ποτό από την Πάτρα και γλυκό και φθηνό και μάλιστα να φαίνεται σήμερα περίεργο σε κάποιον μη ειδικό ότι η Μαυροδάφνη είναι γηγενές σταφύλι της Κεφαλονιάς και όχι Πα- τρινό. Πόσο μάλλον που η Μαυροδάφνη Πατρών δεν γίνεται πλέον από σταφύλι Μαυροδάφνης.

Οι παραγωγοί της Κεφαλονιάς μετά τους σεισμούς του ’53

Η Κεφαλονιά μετά τους σεισμούς του ’53 έχασε και άλλους αμπελοκαλλιεργητές που μετανά-

 

Ετικέτα εμφιάλωσης κρασιών από τον Παναγή Σολομό τη δεκαετία του ’70 στα Θηράμονα.

 

στευσαν και επίσης καταστράφηκαν και οι λιθιές της. Έχασε και τους καλλιεργητές της και τη γη της (Δεμπόνος, σ. 81).

Στην Κεφαλονιά οι νέοι οινοπαραγωγοί αναβιώνουν την αμπελοκαλλιέργεια και το 1970 ο Παναγής Σολομός εμφιαλώνει στα Θηράμονα κρασί από ποικιλία ‘‘Ζακυνθινό’’.

Το 1971 στα Καλλιγάτα ο Γιάννης Καλλιγάς καλλιεργεί Μαυροδάφνη (Δεμπόνος, σ. 83). Πρέπει να ήταν τόσο προβληματικό το όνομα της γλυκιάς Μαυροδάφνης, που ο Καλλιγάς μάλλον απέφυγε να διεκδικήσει το όνομα Μαυροδάφνη από τις τότε υπηρεσίες! Ίσως φοβόταν μη θεωρηθούν τα κρασιά του αντίστοιχης ποιότητας με της Πάτρας.

Παράλληλα, στα Μαντζαβινάτα Παλικής οι αφοί Κομιτόπουλοι ανανέωσαν τις προσπάθειες με τη Μαυροδάφνη.

Το 1981-1985 καταγράφονται 850 στρέμματα Μαυροδάφνης, με μέση απόδοση 600 κιλών/ στρέμμα και συνολική παραγωγή 500.000 μετρικών τόνων (Δεμπόνος, σ. 85).

Η Κεφαλονιά του 1990 στον χορό των απόνερων της φιλίας του Τουλ με τον Κλάους

Οι παραγωγοί της ξηρής μονοποικιλιακής Μαυροδάφνης στην Κεφαλονιά τη δεκαετία του ’90 αλλά και τις επόμενες δεκαετίες είχαμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μεγάλη σύγχυση και καχυποψία, ακόμα και από τους οινόφιλους, ανάμεσα στη Μαυροδάφνη Πατρών και την ξηρή δική μας Μαυροδάφνη, σε σημείο άρνησης δοκιμής, νομίζοντας ότι θα είναι ένα “γλυκό” φθηνό κρασί όπως η Πατρινή.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, παρ’ όλες τις αντιξοότητες και με τον περιορισμό να μην μπο- ρούμε να αναφέρουμε το όνομα της Μαυροδάφνης πάνω στην ετικέτα των κρασιών μας, πετύχαμε να αναγνωριστεί διεθνώς σαν οινοποιητική δουλειά και σαν αμπελοκαλλιέργεια, με βραβεύσεις σε διαγωνισμούς και με εξαγωγές και διακρίσεις σε όλο τον κόσμο.

Αυτή η ποιοτική δουλειά οινοποιών και αμπελουργών στην Κεφαλονιά έπεισε τους οινόφιλους, διεθνώς και στην Ελλάδα, να αρχίσουν να ξεχωρίζουν τη γλυκιά “πατρινή” από την ξηρή μονοποικιλιακή οινοποίηση της Μαυροδάφνης στην Κεφαλονιά και έτσι αρχίσαμε να “ξεμπλέκουμε” από τη σύγχυση με την Πάτρα.

Η επιτυχία της παραγωγής των Κεφαλονιτών παραγωγών και αμπελουργών δημιούργησε μια τάση για πειραματισμούς με νέες φυτεύσεις Μαυροδάφνης σε όλη τη χώρα. Είναι τιμητική αυτή η έμμεση αναγνώριση αλλά είναι και πολύ σημαντικό η όποια προσπάθεια να μη γίνει αφετηρία νέου μπερδέματος του οινόφιλου κοινού με τις διαφορετικές αμπελουργικές περιοχές στην Ελλάδα και τα διαφορετικά σταφύλια (Ρενιώ και άλλα μαυροστάφυλα).

Η επιστροφή του ονόματος της ξηρής Μαυροδάφνης

Για να προστατευτούν τα παραδοσιακά αμπελοτόπια της Κεφαλονιάς με το πραγματικό σταφύλι Μαυροδάφνης πρέπει να επιτραπεί να αναφέρεται σαν Μαυροδάφνη Κεφαλονιάς και η ξηρή οινοποίησή της, που ιστορικά κυριαρχούσε στο νησί και σταμάτησε μόλις το 1971.

Το καλό παράδειγμα της ΟΠΑΠ Ρομπόλα Κεφαλληνίας (Ονομασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος)

H Κεφαλονιά και οι οινόφιλοι σε όλο τον κόσμο με τη νομοθέτηση της ΟΠΑΠ Ρομπόλα Κεφαλληνίας έχουν προστατευθεί από τον κακό δαίμονα των άλλων ποιοτικών οινοπαραγωγικών περιοχών, που είναι τα “εισαγόμενα” σταφύλια, αφού μόνο τα σταφύλια που παράγονται στο νησί μας μπορούν να χρησιμοποιούνται στην οινοποίηση της Ρομπόλας. Επίσης αυτή η εσωτερική αυτάρκεια βοήθησε στο να αναδειχθούν και αμπελοτόπια, ξεχωριστά για την ποιότητά τους, όπως ο Φαγιάς, η Λακωματιά κ.ά., που ενισχύουν την ποιότητα και τη σημαντικότητα της ποικιλίας διεθνώς.

Η επέκταση της χρήσης του ονόματος της Μαυροδάφνης Κεφαλονιάς, ώστε να συμπεριλάβει και την ξηρή οινοποίηση, πέραν του ότι νομιμοποιεί μια πρακτική αιώνων, διασφαλίζει ότι και στο μέλλον τα οινοποιούμενα σταφύλια θα παράγονται μόνο στο νησί. Θα βοηθήσει δε και στο να αναδειχθούν χαρισματικά αμπελοτόπια, όπως έγινε και με τη Ρομπόλα, και ίσως ακόμα λειτουργήσει σαν κίνητρο για να αναβιώσουν οι ξερικές φυτεύσεις στις παλιές πεζούλες.

Αριστερά η Μαυροδάφνη. Δεξιά η Ρενιώ. Είναι εμφανής η διαφορά τους. Στο: Μ.Ν. Σταυρακάκης, ‘‘Οίνον Ιστορώ’’ ΙΧ΄, σσ. 262 & 263, γίνεται σαφής ο διαχωρισμός τους, με τη Ρενιώ να αναφέρεται απλά ως ‘‘Ρενιώ’’.

 

Τώρα που από καιρό τα επιστημονικά δεδομένα και οι μοριακές τεκμηριώσεις επιβεβαιώνουν αυτό που ήταν κοινή γνώση από τα τέλη του 1800, πρέπει και η Ρενιώ να αντιμετωπίζεται σαν διαφορετική ποικιλία σταφυλιού και να γίνει μια καθαρή διάκριση ονομάτων των ποικιλιών Ρενιώ – Μαυροδάφνης. Η Ρενιώ να λέγεται Ρενιώ και η Μαυροδάφνη Μαυροδάφνη, όπως αναφέρονται στον Σταυρακάκη (‘‘Οίνον Ιστορώ’’, σσ. 262-263).

Προστατεύοντας, ή πιο σωστά επιστρέφοντας το όνομα της Μαυροδάφνης στην Κεφαλονιά για τις ξηρές οινοποιήσεις, θα βοηθηθούν όχι μόνο οι καλλιεργητές και οι οινοπαραγωγοί στην Κεφαλονιά, αλλά και η Ελλάδα θα είναι ωφελημένη γιατί θα έχει έναν παγκόσμιο πρωταθλητή στην αγορά οίνων, τη Μαυροδάφνη, όπως και με τη Ρομπόλα

 

Bιβλιογραφία

  • Biniari , Daskalakis I., Bouza D., Stavrakaki M., (2019), Comparative study of qualitative and quantitative characters of grape cultivar ‘Mavrodafni’ (Vitis vinifera L.) and ‘Renio’ grown in different regions of the Protected Designation of Origin Mavrodafni Patras, Viticulture Data Journal 1, 1-7, DOI: 10.3897/vdj.1.e37852 (τελευταία επίσκεψη 3-3-2023).
  • Lambert-Gocs, Miles, (1990), The wines of Greece, London: Faber and Faber Limited (editeur Julian Jeffs).
  • Rossen-Saunders, I., (2013), GOLDEN THREADS – MY FAMILY IN GREECE 1928-2018, final drafts.
  • Δεμπόνος Α.-Δ., Οίνος – Ο ιστορικός κύκλος των κεφαλονίτικων κρασιών, εκδ. Διάττων, Αθήνα 1988.
  • Κουράκου-Δραγώνα Στ. – Βουδούρη-Τσουκαλά Μ., Οινηρές πινελιές στην ιστορία της ‘Μαυροδάφνης Πα- τρών’, στο: Επιστημονικό Συμπόσιο Οίνον Ιστορώ – Πολυστάφυλος Πελοπόννησος (επιμ. Γ.Α. Πίκουλας), ΕΝΟΑΠ Νεμέα, Αθήνα 2009.
  • Λοβέρδος Κ.Ι., Ιστορία της Νήσου Κεφαλληνίας, Εν Κεφαλληνία, τύποις Προόδου,
  • Μηλιαράκης Αντ., Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του Νομού Κεφαλληνίας, Αθήνησιν, εκ του Τυπο- γραφείου Αφών Περρή, 1890.
  • Μπακουνάκης Ν., ‘‘To κρασί του Γουσταύου – αφήγημα οινικών περιπετειών’’, Aθήνα 1997, εκδόσεις Κα- στανιώτη.
  • Παρτς Ι., Κεφαλληνία και Ιθάκη, Γεωγραφική Μονογραφία, πρώτη έκδοση, Εν Αθήναις 1892, εκδ. Αλεξ. Παπαγεωργίου.
  • Σολομός Παναγής, Το Κεφαλονίτικο Κρασί, περιοδικό ΗΚεφαλονίτικη Πρόοδος, τ. 27-28, Μάρτιος-Απρίλιος 1974, σσ. 83-85.
  • Σολομός Παναγής, περιοδικό Ηώς, τ. 58-60,
  • Σταύρακας Δ.Ε., ‘‘Αμπελογραφία’’,2Αθήνα 2011, εκδ. Ζήτη.
  • Σταυρακάκης Μ.Ν., ‘‘Αμπελογραφία’’,2Αθήνα 2015, εκδ. Τροπή.
  • Σταυρακάκης Μ.Ν., Γενετική ποικιλομορφία και πολυκλωνικότητα ποικιλιών του πελοποννησιακού αμ- πελώνα», στο: Επιστημονικό Συμπόσιο Οίνον Ιστορώ ΙΧ´ – Πολυστάφυλος Πελοπόννησος (επιμ. Γ.Α. Πίκου- λας), ΕΝΟΑΠ Νεμέα, Αθήνα
  • Τσιτσέλης Η. Α., Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμος Α’, Εν Αθήναις, Τύποις Παρασκευά Λεώνη,

 

Δικτυογραφία

 

  • Μαρκάτου-Αλυσανδράτου Μαρία, Ιστορικός περίπατος από τις Βινάριες μέχρι το Φανάρι. Διαθέσιμο στον ιστότοπο kefaloniapress, 8-12-2019 (τελευταία επίσκεψη 3-3-2023).
  • Μαυροδάφνη- Η ποικιλία της επόμενης μέρας. Διαθέσιμο στο krasiagr.com (τελευταία επίσκεψη 3-3-2023).
  • Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.